Ως φοροδιαφυγή ορίζεται η παράνομη αποφυγή πληρωμής φόρων και αποτελεί ποινικό αδίκημα σε κάποιες μορφές της.

Η φοροαποφυγή αποτελεί μια νόμιμη διαδικασία μέσω της οποίας επιτυγχάνεται το ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή η μείωση της φορολογητέας ύλης, η οποία έχει ως φυσική συνέπεια τη μείωση του φόρου.

Διατάξεις για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής σε επίπεδο νομικών προσώπων εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στον Κώδικα Φορολογίας εισοδήματος μόλις το 2002 (Ν.3091) με τη θέσπιση του ειδικού φόρου ακινήτων και την πρόβλεψη περιορισμών στην έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, ορισμένων δαπανών, που πραγματοποιούνται προς εξωχώριες εταιρείες.

Τόσο ο Κώδικας φορολογίας εισοδήματος όσο και ο Κώδικας φορολογικής διαδικασίας εμπεριέχουν σειρά διατάξεων με σκοπό την αντιμετώπιση της φοροαποφυγής όπως (συνοπτική αναφορά):

  • εισαγωγή γενικής διάταξης κατά τις φοροαποφυγής,
  • δυνατότητα φορολόγησης στην Ελλάδα τόκων, μερισμάτων, δικαιωμάτων που προκύπτουν στο εξωτερικό, ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών,
  • αποφυγή μεταφοράς κερδών μεταξύ ομίλων (κανόνες υποκεφαλαιοδότησης),
  • απαγόρευση μεταφοράς ζημίας σε περίπτωση μεταβολής ποσοστού συμμετοχής στο κεφάλαιο.

Οι κυρώσεις για τη φοροαποφυγή είναι αντίστοιχες με αυτές της φοροδιαφυγής με τη διαφορά ότι ποινικές κυρώσεις εφαρμόζονται μόνο για το αδίκημα της φοροδιαφυγής.

Ο φορολογούμενος βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με ένα φαινόμενο, που ναι μεν δεν είναι άγνωστο, εντούτοις αυτή τη στιγμή έχει μπει σε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο δεν επιτρέπει ελιγμούς.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναζήτηση ενός ευνοϊκότερου φορολογικού καθεστώτος δεν αποτελεί καθαυτό κατάχρηση.

Σε κάθε περίπτωση οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να εξετάζουν κάθε υπόθεση με βάση τα πραγματικά περιστατικά, ώστε να αποδεικνύεται εάν η εν λόγω εταιρική πράξη είναι υποκινούμενη από φορολογικούς λόγους ή αν υφίστανται εμποροοικονομικά κίνητρα που επιβάλλουν τις εν λόγω αποφάσεις.