20/09/2018

Δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως φορολογικός κάτοικος Ελλάδος το πρόσωπο που μόνο κατέχει ακίνητο στην Ελλάδα ή διατηρεί στην Ελλάδα τραπεζικούς λογαριασμούς ή συμμετέχει στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση ημεδαπών εταιρειών στην Ελλάδα. Εφόσον προσκομισθούν δικαιολογητικά που να αποδεικνύουν ότι ο φορολογούμενος διαμένει σε μόνιμη και σταθερή βάση στην αλλοδαπή (π.χ. μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας) και πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας τότε πρέπει να θεωρηθεί φορολογικός κάτοικος αλλοδαπής (ΔΕΔ 1445/2018).

Σε φόρο υπεραξίας 15% και εισφορά αλληλεγγύης έως 10% υπόκεινται οι κάτοικοι Ελλάδος, φυσικά πρόσωπα, για υπεραξία που αποκτούν από μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων. Αναφορικά με τους κατοίκους εξωτερικού ισχύουν καταρχήν οι ίδιες φορολογικές υποχρεώσεις, εφόσον οι μετοχές ή μερίδια που μεταβιβάζονται αφορούν ελληνική εταιρεία. Για κατοίκους χώρας με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει Σύμβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (ΣΑΔΦ) ισχύει απαλλαγή από τον φόρο υπεραξίας, εφόσον προσκομιστεί πιστοποιητικό φορολογικής κατοικίας.

Σε εισφορά αλληλεγγύης (έως 10%) υπόκεινται κάτοικοι αλλοδαπής για την υπεραξία που αποκτούν από μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ελληνικής εταιρείας, ακόμα και εάν είναι φορολογικοί κάτοικοι χώρας με την οποία η Ελλάδα έχει συνάψει ΣΑΔΦ. Kατ’ εξαίρεση, εάν τα παραπάνω φυσικά πρόσωπα δεν έχουν υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης από άλλη αιτία (π.χ. εισόδημα από μίσθωση ακινήτων ή τόκους καταθέσεων), δεν υποβάλλουν δήλωση μόνο για τον λόγο της πώλησης των μετοχών ή μεριδίων και συνεπώς δεν υπόκεινται ούτε σε εισφορά αλληλεγγύης.

Οι ισχύουσες ΣΑΔΦ που έχει συνάψει η Ελλάδα δεν καλύπτουν την ειδική εισφορά αλληλεγγύης αφού δεν εμπίπτει στην κατηγορία των «όμοιων με το φόρο εισοδήματος ή ουσιωδώς παρόμοιας φύσης φόρων» (ΝΣΚ 13/2018). Επίσης, έχει κριθεί ότι η ειδική εισφορά αλληλεγγύης δεν αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος. Η εισφορά αλληλεγγύης ναι μεν συνιστά φόρο, δεν έχει όμως ως αντικείμενο τα εισοδήματα επί των οποίων επιβλήθηκε, δηλαδή δεν αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος, αλλά τα εισοδήματα αυτά θεωρήθηκαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, ως τα πλέον ασφαλή στοιχεία διαγνώσεως της φοροδοτικής ικανότητας, στην οποία απέβλεψε (ΝΣΚ 130/2017).